ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Η Φιλοσοφική Σχολή, η οποία κατά την ίδρυση του Πανεπιστημίου συναποτελούσε με τη Φυσικομαθηματική τη «Σχολή Γενικών Επιστημών», δέχτηκε τους πρώτους 15 φοιτητές της το 1837, ενώ δεν είχαν περάσει ούτε δέκα χρόνια από την αναγνώριση της ανεξαρτησίας του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Και μόνο η χρονική στιγμή της ίδρυσής της καταδεικνύει ότι η Φιλοσοφική Σχολή είχε από την αρχή της παρουσίας της στον νεοελληνικό βίο να επιτελέσει έργο δυσχερές και μεγάλο, το οποίο δεν σχετιζόταν μόνο με την πνευματική ανασυγκρότηση του έθνους, που μόλις εξερχόταν από μια μακροχρόνια δουλεία αλλά και με την προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού του.

Στο ξεκίνημά της η Σχολή, που έδωσε και τον πρώτο πρύτανη του Πανεπιστημίου (τον Κωνσταντίνο Σχινά), συγκέντρωσε ό,τι προοδευτικότερο και ριζοσπαστικότερο διέθετε εκείνη τη στιγμή η ελληνική διανόηση. Οι τελευταίοι εκπρόσωποι του νεοελληνικού διαφωτισμού, όπως ο Νεόφυτος Βάμβας (πρώτος «σημάντωρ», σε αξίωμα αντίστοιχο με του σημερινού Κοσμήτορα), μαθητής και στενός συνεργάτης του μεγάλου Αδαμαντίου Κοραή, συναντιόνταν στον ίδιο χώρο με διαπρεπείς καθηγητές της Ιονίου Ακαδημίας, όπως ο Κωνσταντίνος Ασώπιος, που μετέφεραν το ευρωπαϊκό κλίμα της επτανησιακής πνευματικής ζωής. Από την άλλη μεριά, τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της αρκετοί καθηγητές της ήταν Γερμανοί, γεγονός ενδεικτικό του πολιτικού κλίματος της Βαυαροκρατίας αλλά ταυτόχρονα όχι χωρίς θετικό αντίκρισμα στην εκπαιδευτική διαδικασία, εφόσον συντελούσε στη μεταφορά στον ελληνικό χώρο των νέων μεθόδων πανεπιστημιακής διδασκαλίας και έρευνας που είχαν εφαρμοστεί με δυναμικό και επαναστατικό τρόπο στη Γερμανία εκείνη ακριβώς την περίοδο. Στις αίθουσες του Πανεπιστημίου και ειδικότερα της Φιλοσοφικής Σχολής ανδρώθηκε το πρώτο φοιτητικό κίνημα της Ελλάδας, το οποίο από την αρχή στράφηκε σε κατευθύνσεις ριζοσπαστικές και κορυφώθηκε με την εξέγερση εναντίον του Όθωνα το 1862. Στη Φιλοσοφική Σχολή έγινε δεκτή και η εγγραφή της πρώτης φοιτήτριας του Πανεπιστημίου κατά την ακαδημαϊκή χρονιά 1890-91 επί πρυτανείας Γ. Μιστριώτου.

Από την αρχή της πορείας της η Σχολή, παράλληλα με την εκπαιδευτική και επιστημονική αποστολή της, λειτούργησε και ως εθνικός θεσμός, με πρώτο δείγμα των προτεραιοτήτων και της ερευνητικής προοπτικής της τη μνημειώδη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου. Αυτό το ρωμαλέο και στη σύλληψη και στην εκτέλεση έργο όχι μόνο παρέχει επιστημονική σκιαγράφηση της ιστορικής πορείας του ελληνισμού ανά τους αιώνες αλλά και παρουσιάζει ζωντανές και απτές αποδείξεις για την αμφισβητηθείσα συνέχεια του ελληνισμού από την αρχαιότητα ως την επανάσταση του 1821.

Γύρω στη δεκαετία του 1880 οι ορίζοντες της Σχολής διευρύνονται με την εκλογή σε θέσεις καθηγητών τριών διαπρεπών επιστημόνων με αξιόλογες σπουδές στην Ευρώπη, του Νικολάου Πολίτη, θεμελιωτή της ελληνικής Λαογραφίας, του Σπυρίδωνα Λάμπρου, δεινού μελετητή του μεσαιωνικού ελληνισμού, και του Γεωργίου Χατζηδάκη, εισηγητή της νέας επιστημονικής θεώρησης της ελληνικής γλώσσας στη διαχρονική της εξέλιξη. Οι τρεις αυτοί επιστήμονες συμβάλλουν στην ανανέωση της Σχολής αλλά και γενικά στην αλλαγή κατεύθυνσης των ελληνικών εκπαιδευτικών πραγμάτων στο τέλος του 19ου αι., με την επιστημονική κατάρτιση μιας νέας δυναμικής γενιάς επιστημόνων, όπως ο Νίκος Βέης, ο Σωκράτης Κουγέας, ο Κωνσταντίνος Άμαντος κ. ά., οι οποίοι με τη διδασκαλία και το υποδειγματικό ερευνητικό έργο τους έδωσαν, με τη σειρά τους, νέα δυναμική στις ανθρωπιστικές σπουδές μέχρι -σχεδόν- τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στις αρχές του 20ού αι. επίκεντρο της όλης δραστηριότητας της Σχολής παραμένει η μελέτη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και γραμματείας, με προσανατολισμό αυστηρά γραμματικό που, υπό την επίδραση της πατριαρχικής μορφής του Κωνσταντίνου Κόντου, λειτουργεί σχεδόν απαγορευτικά για κάθε άλλη προσέγγιση της γλώσσας σε συνδυασμό με άλλες πτυχές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Η τάση αυτή συμβάλλει στην υιοθέτηση μιας συντηρητικής πολιτικής εκ μέρους της πλειονότητας των καθηγητών, οι οποίοι, με τη φωτεινή εξαίρεση των αδελφών Βερναρδάκη, πολεμούν με πάθος το ανερχόμενο και σταδιακά επιβαλλόμενο δημοτικιστικό κίνημα. Η στάση αυτή δημιουργεί την εικόνα μιας Σχολής συντηρητικής (μια εικόνα ωστόσο απλουστευτική, που δεν επέτρεψε πάντοτε τη νηφάλια αποτίμηση της τεράστιας εθνικής, πολιτικής, πνευματικής, επιστημονικής και ερευνητικής προσφοράς της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, στους κόλπους της οποίας γαλουχήθηκαν γενιές στέρεα καταρτισμένων και φωτισμένων φιλολόγων, ιστορικών, αρχαιολόγων, γλωσσολόγων, φιλοσόφων, παιδαγωγών και ψυχολόγων).

Στον μεσοπόλεμο η Σχολή ταλανίζεται από τις συνέπειες των πολιτικών ερίδων που συχνά φορτίζουν το κλίμα σε επικίνδυνο βαθμό. Έτσι η Σχολή δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει όσο έπρεπε το ταλέντο του νεαρού υφηγητή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας Ιωάννη Συκουτρή και στερήθηκε, λίγο αργότερα, τον δυναμισμό και το πάθος για τη νεοελληνική παιδεία του Ιωάννη Κακριδή. Η εκλογή, πάντως, λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, του Γεωργίου Ζώρα στη θέση καθηγητή της Μεσαιωνικής και Νεότερης Ελληνικής Φιλολογίας λειτουργεί θετικά, αφού εισάγεται έτσι η συστηματική έρευνα και διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας μας. Την ίδια περίοδο κυριαρχούν στη Σχολή οι προσωπικότητες του φιλοσόφου Ι. Θεοδωρακόπουλου, των βυζαντινολόγων Φ. Κουκουλέ, Δ. Ζακυθηνού, Α. Ορλάνδου, Ν. Τωμαδάκη και Ν. Κοντολέοντος, των κλασικών φιλολόγων Ι. Σταματάκου, Κ. Βουρβέρη και Στ. Κορρέ, του γλωσσολόγου Γ. Κουρμούλη, του αρχαιολόγου Σπ. Μαρινάτου κ.ά., πολλοί από τους οποίους συμβάλλουν στην επιστημονική ακτινοβολία της Σχολής και στο εξωτερικό.

Η μεταπολεμική περίοδος φέρνει κλίμα ηρεμίας και σταθερότητας στη Σχολή, που επιτελεί με ζήλο και αφοσίωση το εκπαιδευτικό της έργο, καταρτίζοντας αποφοίτους με εξαιρετικά καλές βάσεις. Αυτοί θα φέρουν και τη μεγάλη ανανέωση στη Σχολή μετά την πτώση της εφτάχρονης δικτατορίας το 1974. Η αλλαγή του πολιτικού κλίματος στη μεταπολίτευση δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την είσοδο νέων επιστημόνων με ευρύτερη κατάρτιση και νέες ιδέες και συντελεί, ιδιαίτερα ύστερα από την κατάργηση του θεσμού της έδρας και τη δημιουργία του ενιαίου φορέα διδασκόντων με τον νόμο-πλαίσιο του 1982, στη σταδιακή αναθεώρηση των σχέσεων του διδακτικού προσωπικού με τους φοιτητές, στην παγίωση στη διδακτική πράξη νέων προσεγγίσεων και την εισαγωγή νέων γνωστικών αντικειμένων, όπως είναι π. χ. η Θεωρητική Γλωσσολογία, η Θεωρία της Λογοτεχνίας ή η Συγκριτική Φιλολογία.

Μετά τον νόμο 1268/1982 η Σχολή χωρίστηκε στα Τμήματα: Φιλοσοφικό, Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Με τη διάσπαση του Φιλοσοφικού Τμήματος το 1984 στα Τμήματα: Φιλολογίας - Ιστορίας και Αρχαιολογίας - Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, και με την ίδρυση 5 νέων Τμημάτων (Θεατρικών Σπουδών, Μουσικών Σπουδών, Ιταλικής και Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Τουρκικών και Συγχρόνων Ασιατικών Σπουδών, Σλαβικών Σπουδών) η Σχολή περιλαμβάνει σήμερα 11 Τμήματα, με πάνω από 25000 φοιτητές.